Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Ρωσική Θεολογία στην Αυγή: Κύριε Ελέησον....

Οταν ξεκίνησα το ιστολόγιο, τό έκανα για να καταγράψω αναφορές Πολιτικής Θεολογίας αλά Schmitt , δηλαδή την ισοδυναμία και ισομορφία  πολιτικών και θεολογικών αξιωμάτων. Δεν περίμενα η πραγματικότητα να με ξεπεράσει.Η Αυγή δεν ασχολείται πλέον και Πολιτική Θεολογία, ούτε Θεολογία της Απελευθέρωσης. Τό έρριξε στην καραμπινάτη κλασσική Θεολογία. Κύριε Ελέησον.........
 
Πηγή:Αυγή εδώ

Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/11/2012
ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ*

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΥΧΩΝ (Σεβκουνόφ), Σχεδόν Άγιοι, εκδόσεις Εν πλω, σελ. 534, μεταφραστική ομάδα Αγγελική Πελωριάδου, Βάσια Ζαρκαδούλα, Ειρήνη Κασάπη, Αλεβτίνα Βόλγκινα
Τα βιβλία για την Ορθοδοξία στη σύγχρονη Ρωσία είναι ακόμα εξαιρετικά σπάνια και εκτός από τις πολυάριθμες εκδόσεις για το βίο του Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως και Κριμαίας (Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι) πολύ λίγοι γνωρίζουν στην Ελλάδα πώς ζει σήμερα η Ρωσική Εκκλησία. Παρότι το «σιδηρούν παραπέτασμα» έχει πέσει και ο κόσμος έγινε πολύ πιο ανοιχτός.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του, το βιβλίο ξαφνιάζει. Ξαφνιάζει με την ικανότητά του να αποκαθιστά τις έννοιες, να φρεσκάρει την αντίληψη τού συνήθους κόσμου της εκκλησίας. Το χαρακτηριστικό αυτών των κειμένων είναι ότι διαβάζονται ευχάριστα και από ανθρώπους που δεν έχουν καμιά σχέση με τον κόσμο της Εκκλησίας. Και δεν είναι τυχαίο, ότι μόλις ένα χρόνο αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο, το τιράζ του στη ρωσική γλώσσα έχει φτάσει τα 1,2 εκατομμύρια αντίτυπα, και ο αριθμός αυτός αυξάνεται συνεχώς. Για πάρα πολλούς ανθρώπους, τα διηγήματα του πατέρα Τίχωνα στάθηκαν η πρώτη ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το άγνωστο ορθόδοξο σύμπαν. Γιατί, πέρα από την αφήγηση για τα μοναστήρια και τους γέροντες, ουσιαστικά θέμα του βιβλίου είναι η χριστιανική πίστη καθαυτή.
Δεύτερο χαρακτηριστικό, η κλασική, άριστα ακονισμένη γραφή του. Τίποτα περριτό. Το βιβλίο είναι άψογα δομημένο: οι αναμνήσεις και οι αφηγήσεις εναλλάσσονται με ιδέες, και τα σοβαρά, συχνά τραγικά επεισόδια συνδυάζονται αρμονικά με το χιούμορ. Σήμερα, λίγοι μπορούν να γράφουν μʼ αυτόν τον τρόπο: χωρίς πομπώδεις μεγαλοστομίες, χωρίς τον ενοχλητικό διδακτισμό και τα γλυκανάλατα κηρύγματα, τα οποία συχνά προσπαθούν να υποκαταστήσουν την πνευματικότητα. Στις σελίδες αυτές θα συναντήσει κανείς άφθονες γνωστικές εκπλήξεις, την αγάπη και τη συμπάθεια, ακόμα και για εκείνους τους ανθρώπους, τα έργα και ημέρες των οποίων μόνο συμπαθή και αποδεκτά δεν ήταν.
Πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά για το χιούμορ του συγγραφέα. Όσον αφορά τα συγγράμματα των πνευματικών προσώπων, η επιτηδευμένη σοβαρότητα ανέκαθεν αποτελούσε στερεότυπο και κανόνα, με σχεδόν απαγορευμένο έστω κι ένα ίχνος χαμόγελου στα κείμενα. Γιʼ αυτό η ικανότητα να μιλάει κανείς για τα πλέον σοβαρά θέματα -τη ζωή και το θάνατο, τη σωτηρία, την πίστη και τη μοναξιά- χωρίς θλιμμένο ύφος αλλά με χαρούμενες και ανοιχτόμυαλες σκέψεις, αποτελεί σπάνιο και πολύτιμο ταλέντο. Και γιʼ αυτό ακριβώς οι πλέον απελπιστικές καταστάσεις και τα αξεπέραστα προβλήματα οπωσδήποτε βρίσκουν τις λύσεις τους. Μόνο που έτσι πρέπει να γίνουν οι πλέον ειλικρινείς προσπάθειες, συχνά υπερβάσεις. Το κυριότερο είναι να μην απελπιζόμαστε, να κοιτάμε τον κόσμο με ήρεμη και συνετή ματιά, όπως ακριβώς κάνουν οι ήρωες του βιβλίου «Σχεδόν άγιοι».
Το βιβλίο επιβεβαιώνει μία από τις κυριότερες «ανακαλύψεις», την οποία μας παρουσιάζει το Ευαγγέλιο: ο κόσμος δεν είναι απελπιστικά τραγικός, υπάρχει χώρος για το Ωραίο και το Διαχρονικό. Όπως υπάρχει χώρος και για την ποικιλότητα, τις θαυμαστές συμπτώσεις, τα νομοτελή τυχαία γεγονότα, ακόμα και για τους αγίους, που δεν είναι καθόλου άγιοι, δηλαδή, για τους «σχεδόν αγίους»! Έτσι, η απελπισία και η κατήφεια εξαφανίζονται με τον πλέον φυσικό τρόπο. Πώς συμβαίνει αυτό στην πράξη, μας αφηγείται το βιβλίο.
Και κάτι ακόμα. Ο συγγραφέας ωθεί τον αναγνώστη να καταθέσει τη δική του μαρτυρία για την ομορφιά του κόσμου. Ο πάτερ Τύχων μας υπενθυμίζει, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να ανακαλύψει στην ψυχή του τον δικό του Ευαγγελισμό. Και δεν είναι απαραίτητο η ανακάλυψη αυτή να πάρει τη μορφή διηγημάτων ή βιβλίου. Μπορεί να είναι ένας πίνακας ζωγραφικής ή ένα τραγούδι, μπορεί να είναι μια προφορική αφήγηση, αλλά, πρωτίστως, πρέπει να είναι έργο το οποίο θα φέρει τη σπίθα του φωτός, που έχουμε δει και έχουμε αισθανθεί κάποια στιγμή.
Είπαμε τόσα πολλά για το βιβλίο, χωρίς να πούμε έστω και δυο λόγια για τον συγγραφέα του, τον αρχιμανδρίτη της Ανδρικής Μονής Σρέτενσκι (Υπαπαντής) της Μόσχας, η οποία βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της ρωσικής πρωτεύουσας με τους είκοσι εκατομμύρια κατοίκους. Κι αυτό το γεγονός είναι γνώρισμα των καιρών μας. Έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε, ότι η μοναστική ζωή πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα από μοναχικότητα και απόσταση από τους ανθρώπους, εν ολίγοις από κάθε τι απόκοσμο. Υπό μία έννοια έτσι είναι, αλλά στην περίπτωση του πατέρα Τύχωνα και της αδελφότητας της Μονής έχουμε ένα άλλο παράδειγμα: οι μοναχοί κάνουν το δύσκολο έργο τους μες στον ανήσυχο κόσμο των ανθρώπων, συμμεριζόμενοι ενεργά τις δυσκολίες και τη θλίψη τους. Η Μονή εκδίδει έναν τεράστιο όγκο ορθόδοξων βιβλίων, αναπτύσσει την πρωτοπόρο διαδικτυακή Πύλη www.pravoslavie.ru, ασχολείται με τη γεωργία, έχει το δικό της θεολογικό εκπαιδευτήριο. Χάρη στην προσωπική εργασία των μοναχών, από τα ερείπια αναγεννήθηκε και το ίδιο το Μοναστήρι. Σπάνια μια τόσο μικρή αδελφότητα να ασχολείται με τόσο πολλές και πολύπλευρες δραστηριότητες.
Αλλά η καλύτερη περιγραφή αυτού του βιβλίου αναμφισβήτητα θα ήταν ένα ταξίδι στη Μόσχα, στην ίδια τη Μονή Σρέτενσκι. Μια ζωντανή επαφή με τα πρόσωπα του βιβλίου, αλλά και με τη Ρωσική Ορθοδοξία σήμερα.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Θανάσης Παπαθανασίου: Φίλοι της Αριστεράς, μην κατεβάζετε τον σκούφο πάνω στα μάτια

Πρώτη δημοσίευση : Δρόμος της Αριστεράς


...Λέω ότι ο νεοφιλευθερισμός ευνοεί την κατασκευή ανυπόστατων ανθρώπων. Αλλά, από ολότελα διαφορετική σκοπιά, μπορεί να ενέχεται σε κάτι τέτοιο και η Αριστερά.Συνήθως νοεί τους μετανάστες απρόσωπα, ισοπεδωτικά και πατερναλιστικά, σαν συμπαγή μάζα ή σαν αγαθούς αγρίους. Αλλά τον συγκεκριμένο, τον ενυπόστατο άνθρωπο τον συνιστούν οι πολλές και ταυτόχρονες ταυτότητές του: ο πολιτισμός του, η τάξη του, η θρησκεία του, το αξιακό του σύστημα...»

Κύριε Παπαθανασίου, σε πρόσφατο κείμενό σας σημειώνατε ότι τα συμφέροντα του άγριου καπιταλισμού και η αστοργία για την έννοια του δημόσιου χώρου άφησαν το μεταναστευτικό ζήτημα να βαλτώσει. Στο ίδιο κείμενο «εγκαλούσατε» την Αριστερά λέγοντας ότι με τη στάση της επί του θέματος, άφησε την πολύτιμη συνηγορία της υπέρ της ανθρωπιάς να ακούγεται αφερέγγυα, διευκολύνοντας έτσι, τη δημοφιλία του μισαλλόδοξου λόγου. Θα ήθελα να αναπτύξετε αυτή σας την άποψη.

Βασικό νεύρο του καπιταλισμού και δη στη νεοφιλελεύθερη αγριάδα του, είναι η εννόηση των πάντων ως οικονομικών αξιών. Ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται πρωτίστως αναλώσιμο. Παρ’ όλο που ο καπιταλισμός συνοδεύει τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οποίες διακηρύσσουν την αξία και τα δικαιώματα του ατόμου, η οικονομίστικη λογική υπερισχύει. Γι’ αυτό, άλλωστε, βλέπουμε σήμερα στην Ευρώπη την πολιτική να σαρώνεται από τη λογιστική. Σε περιόδους ευμάρειας ο καπιταλισμός παράγει τον εγωκεντρικό και άπληστο καταναλωτή, σε περιόδους διασάλευσης της νηνεμίας ευνοεί την αναβίωση του δουλεμπόριου. Ειδικά η άτακτη μετανάστευση υπονοεί ανθρώπους ευτελείς στην αναχώρησή τους και ανυπόστατους στην άφιξή τους.

Απέναντι σ’ αυτά βρίσκονται όσοι αρνούνται την εμπορευματοποίηση των πάντων και πιστεύουν στην ιερότητα του ανθρώπου, η οποία μεταφράζεται σε αλληλεγγύη προς κάθε αναγκαιμένο αδιάκριτα. Έχουμε, ωστόσο, περάσει σε μισοσκόταδους καιρούς που αυτό το πρόταγμα της αλληλεγγύης φέρνει συχνά σε αμηχανία τους υποστηρικτές του. Η πανανθρώπινη ανθρωπιά (κοντολογίς ο άνθρωπος στην αυθεντικότερη μορφή του: σε στάση αγάπης προς τον ολότελα ξένο κι όχι προς τον βιολογικά, πολιτισμικά ή ιδεολογικά συγγενή) έχει ως κύριο επιχείρημα τον πόνο, ή μάλλον το ότι δεν αντέχεται ο πόνος του άλλου και η αδικία. Επιχείρημα ιλιγγιωδώς σημαντικό για την ανθρωπιά, μα πολύ αδύναμο απέναντι σε λογιστικούς ρεαλισμούς. Θεμελιώδες χρέος, λοιπόν, είναι να μην υποσταλεί η σημαία της ανθρωπιάς. Οι μισαλλόδοξες ιδέες μουσκεύουν ήδη τον πλατύ κεντρώο χώρο, τον λεγόμενο χώρο των νοικοκυραίων. Με όρους πολιτικής θεολογίας θα έλεγα ότι έχει ήδη εκκολαφθεί το δαιμονικό, όπως είχαν ονομάσει στη Γερμανία την ανάδυση του ναζισμού οι αντιναζιστές Χριστιανοί. Και μαζί χρειάζεται δουλειά πάνω σε μια σειρά αντιφάσεων, παραλείψεων και εκκρεμοτήτων, ώστε η σημαία να παραπέμπει σε κάτι αληθινό. Για να αντιμετωπίσει τους κακούς λύκους μέσα στην ιστορία, η Κοκκινοσκουφίτσα χρειάζεται να μην κατεβάζει πάνω στα μάτια τον σκούφο για τον οποίον δικαίως καμαρώνει!

Παραδόξως, το δικό της πρόταγμα της ανθρωπιάς το ροκανίζει η Αριστερά, όποτε η ίδια κλείνεται σε οικονομίστικες λογικές. Οι Αριστεροί που ανοίγονται σε διάλογο με ανθρώπους άλλων εννοιολογικών εργαλείων ή διαφορετικής αριστερότητας, είναι ομολογουμένως ευάριθμοι και δεν κατορθώνουν να δώσουν τον τόνο. Αξίζει, λ.χ., να συζητηθεί κατά πόσο η μονοδιάστατη ερμηνεία του ανθρώπου απλώς ως αθροίσματος των κοινωνικών του σχέσεων πτωχεύει το ανθρώπινο φαινόμενο, προωθεί την αποδοχή κοινωνικών αυτοματισμών και μειώνει την ετοιμότητα για εκπλήξεις στην ιστορία.

Είπα ότι ο νεοφιλευθερισμός ευνοεί την κατασκευή ανυπόστατων ανθρώπων. Αλλά, από ολότελα διαφορετική σκοπιά, μπορεί να ενέχεται σε κάτι τέτοιο και η Αριστερά. Συνήθως νοεί τους μετανάστες απρόσωπα, ισοπεδωτικά και πατερναλιστικά, σαν συμπαγή μάζα ή σαν αγαθούς αγρίους. Αλλά τον συγκεκριμένο, τον ενυπόστατο άνθρωπο τον συνιστούν οι πολλές και ταυτόχρονες ταυτότητές του: ο πολιτισμός του, η τάξη του, η θρησκεία του, το αξιακό του σύστημα (αλλιώς κινούμαστε στην πλατωνικότερη μεταφυσική, παθιαζόμενοι όχι με τον ένσαρκο άνθρωπο, αλλά με την ιδέα του ανθρώπου). Αν νομίζεις ότι ξοφλάς ξεπετώντας όλα αυτά απλώς ως «εποικοδομήματα», θα περιέλθεις σε αδυναμία να αναμετρηθείς με τη σημερινότητα: σε αδυναμία να διακρίνεις τις υποκουλτούρες στα σπλάχνα κάθε εθνοτικότητας, σε αδυναμία να αντιληφθείς ότι κάθε πολιτισμός συντίθεται από φωτεινά και σκοτεινά σημεία, ότι ο εθνικισμός και ο φονταμενταλισμός είναι κακά όπου κι αν φυτρώνουν. Κληρονόμοι οι αριστεροί μιας ματιάς ριζικά αντιουσιοκρατικής, στην πλειονότητά τους σκέφτονται με εντυπωσιακά ουσιοκρατικό τρόπο, μιλώντας αφηρημένα για «θρησκεία» και όντας απρόθυμοι να διακρίνουν μεταξύ θεολογιών που παράγουν θεοκρατία και θεολογιών που θεωρούν τη θεοκρατία βλασφημία.

Το μεταναστευτικό συνυφαίνεται με τα σύνθετα ζητήματα του κομμουνιταρισμού, δηλαδή της αξίωσης των θρησκευτικο-πολιτισμικών κοινοτήτων να είναι περίκλειστες και αυτόνομες. Ο ακραιφνής κομμουνιταρισμός δημιουργεί γκέτο όπου δεν φτάνει το φως του δημοσίου χώρου, νοούμενου ως του πολύτιμου φόρουμ όπου όλες οι προτάσεις νοηματοδότησης τους ανθρωπίνου βίου εκτίθενται, αναμετρώνται και λογοδοτούν. Αλλά πώς να δεις έγκαιρα τον κίνδυνο του γκέτο, όταν έχεις μείνει κολλημένος στην πιο αστική αντίληψη, ότι η θρησκεία αφορά τα ιδιωτικά ανήλιαγα (σαν τη σχέση καταναλωτή και σαμπουάν) κι όχι το δημόσιο χώρο; Τα γκέτο δεν είναι κακά απλώς επειδή έχουν κακές συνθήκες υγιεινής, αλλά, πολύ περισσότερο, επειδή υποθάλπουν σκοταδισμό και φονταμενταλισμό. Απερίφραστος ή μασκαρεμένος σε κοινοβουλευτική λαϊκιστική δεξιά, ο εθνικοσοσιαλισμός μιλά κατά της πλουτοκρατίας, υπέρ του λαού, κατά της υποτέλειας. Πώς θα εξηγήσει πειστικά η Αριστερά σε τι διαφέρει ο δικός της αντιπλουτοκρατικός λόγος, η δική της επίκληση του λαού; Μένοντας σε αδούλευτη συνθηματολογία, οι δύο λόγοι θα φαίνονται όλο και πιο συγγενείς και θα σπρώχνονται όλο και περισσότεροι πολίτες στο νεοναζισμό, αφού αυτός φαντάζει αποτελεσματικότερος. Φρονώ ότι εδώ χρειάζεται ιδιαίτερα να ανακριθούν δυο ζητήματα: η βία και η αγάπη. Για τους ναζί είναι αδύνατη η αμφισβήτηση της βίας, ενώ είναι εφικτή για την Αριστερά. Για τους ναζί η αγάπη (η αγάπη η αληθινή, η πανανθρώπινη) είναι κουσούρι. Για την Αριστερά είναι μεδούλι - αν βέβαια δεν εγκλωβιστεί κανείς στο βιολογισμό που τη σνομπάρει ως «υπερεκτιμημένη χημική διαδικασία», όπως έλεγε ο Αλ Πατσίνο στον Δικηγόρο του Διαβόλου.

Η διοικούσα Εκκλησία είναι χρεώστης: οφείλει να σταματήσει να συντηρεί θρησκευτικότητες βάναυσα αντίθετες προς το ευαγγέλιο. Ναζισμός, φασισμός, μισαλλοδοξία αποτελούν τον αντίποδα του Χριστιανισμού και μόνο χύμα μπορεί να λεχθεί αυτό. Οι παπάδες και οι πιστοί που επιμένουν στις ενορίες να φτιάχνουν φαγητό για τους πάντες, Έλληνες και μετανάστες αδιάκριτα, επειδή δέχονται τον Χριστό μέσα στην ιστορία ως ξένο και άστεγο, αποτελούν την ορθόδοξη εκκλησία, σε αντιδιαστολή προς τους θρησκευάμενους που είτε κρυφομισούν τη δημοκρατία είτε διαπρέπουν στα συστημικά παιχνίδια. Αυτό οφείλει παράλληλα να εκφραστεί με λόγο, ως ομολογία και μαρτυρία. Το γενναίο κείμενο του παπα-Δημήτρη Θεοφίλου Σιωπηρή συνενοχή ή αντίδραση στον φασισμό;, ένα διαμάντι που βρίσκεται στο Διαδίκτυο από τις αρχές Ιουλίου και θέτει την ιεραρχία ενώπιον των ευθυνών της, εκφράζει την ψυχή μας. Παρόμοια, το κίνημα της «Χριστιανικής Δημοκρατίας» στις αρχές του Σεπτέμβρη υπέβαλε στην Ιερά Σύνοδο «Αίτημα πνευματικής καταδίκης του Εθνοφυλετισμού-Νεοναζισμού», ενώ ήδη λειτουργεί στο Facebook η «Πρωτοβουλία Χριστιανών κατά του Εθνοφυλετισμού, Νεοφασισμού, Νεοναζισμού».

Στη συγκυρία αυτή η Αριστερά βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα στοίχημα, και μάλιστα σε ένα στοίχημα που την φέρνει σε θέση αντίστοιχη προς αυτήν της Ιεράς Συνόδου, όσο κι αν αυτή η φράση θα κάνει πολλούς αριστερούς που θεωρούν καθήκον τον αντικληρικαλισμό, να βγουν από τα ρούχα τους! Τη στιγμή που οι «Χρυσαυγίτες» κάνουν το ανουσιούργημα να εμφανίζονται ως δυνάμεις κρούσης ενός μισαλλόδοξου ελληνικού «χριστιανισμού» (αποκρύπτοντας τον διακηρυγμένο παγανισμό τους, τώρα που διεμβολίζουν τους νοικοκυραίους), η μεν Σύνοδος θα είναι ένοχος αποστασίας αν δεν αποκηρύξει ρητά αυτή την «προστασία», η δε Αριστερά θα είναι ένοχη σκοταδισμού αν αναλίσκεται σε συνειρμούς που ταυτίζουν τον Χριστιανισμό με τους βιαστές του! Είναι οδυνηρό, μα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι ένοχοι θα χορεύουν (καθένας με το δικό του μπρίο) στα τύμπανα που κρούει η Χρυσή Αυγή! Όλως αλλιώτικα, όμως, χτυπά η καρδιά του ευαγγελίου, παρόλο που η ηχορύπανση χρόνων πολλών έχει βαλθεί να το επικαλύψει.Θα κατεβάσετε τον σκούφo πάνω στ’ αυτιά, φίλοι;

* O Θανάσης Παπαθανασίου είναι δρ Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας μπορεί να συμπορευθεί με την εξέγερση.H υπόθεση Pussy Riots


Πρώτη Δημοσίευση:Αυγή 14/10/2012

Ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας μπορεί να συμπορευθεί με την εξέγερση

Όταν ο Κύριλλος Γκουντιάγιεφ, παλιός συνάδελφος του Πούτιν στην KGB, ανέβηκε στον θρόνο του πατριάρχη, ο καθεδρικός ναός του Σωτήρος άρχισε να αποκτά σημαίνουσα συμβολική σημασία για το ρωσικό κράτος. Μετατράπηκε σε ένα φανταχτερό σκηνικό για τις επιδιώξεις των δυνάμεων Ασφαλείας, οι οποίες και αποτελούν την κύρια πηγή της εξουσίας στη σημερινή Ρωσία.

Γιατί ο Πούτιν αισθάνεται την ανάγκη να εκμεταλλευθεί την ορθόδοξη θρησκεία και την αισθητική της; Ας θυμηθούμε ότι η Ορθοδοξία συνδέεται στενά με την ακμή της τσαρικής Ρωσίας, όταν η εξουσία δεν πήγαζε από δημοκρατικές εκλογές και την κοινωνία των πολιτών, αλλά από τον Θεό τον ίδιο. Πώς το πέτυχε αυτό ο Πούτιν; Προφανώς, οι αρχές εκμεταλλεύτηκαν ένα δεδομένο της σοβιετικής εποχής, όταν η Ορθοδοξία απέκτησε μια αύρα χαμένης Ιστορίας, μιας θρησκείας που είχε συντριβεί από το ολοκληρωτικό καθεστώς, και ως εκ τούτου συνιστούσε μια αντιπολιτευόμενη κουλτούρα. Οι αρχές αποφάσισαν να οικειοποιηθούν αυτή την ιστορική αίσθηση της απώλειας, προκειμένου να προωθήσουν ένα πολιτικό σχέδιο για την αποκατάσταση των χαμένων πνευματικών αξιών της Ρωσίας, εγχείρημα που ελάχιστη σχέση έχει με τη γνήσια ανησυχία για τη διαφύλαξη της Ιστορίας και του πολιτισμού της ρωσικής Ορθοδοξίας.

Η εφαρμογή αυτού του καλοστημένου πολιτικού σχεδίου απαίτησε μπόλικο επαγγελματικό φωτισμό και εξοπλισμό βιντεοσκόπησης, άφθονο τηλεοπτικό χρόνο για πολύωρες ζωντανές μεταδόσεις και πάμπολλες ηθικοπλαστικές ιστορίες, με τον Πατριάρχη να νουθετεί το ποίμνιο, οδηγώντας το στη σωστή πολιτική επιλογή, σε μια προεκλογική συγκυρία δύσκολη για τον Πούτιν. Επιπλέον, ο τηλεοπτικός βομβαρδισμός πρέπει να είναι διαρκής: οι εικόνες πρέπει να εντυπωθούν στο μυαλό και να ανανεώνονται συνεχώς, δημιουργώντας την αίσθηση ότι πρόκειται για κάτι φυσικό, μόνιμο και υποχρεωτικό.

Το μουσικό μας δρώμενο, στον καθεδρικό του Σωτήρος, με το τραγούδι «Μητέρα του Θεού, διώξε τον Πούτιν», διερρήγνυε αίφνης τη μηντιακή εικόνα, την οποία το κράτος τόσο καιρό φιλοτεχνούσε, αποκαλύπτοντάς την ψευτιά της. Τολμήσαμε, χωρίς την ευλογία του Πατριάρχη, να συνδέσουμε οπτικά την κουλτούρα της Ορθοδοξίας με την κουλτούρα της διαμαρτυρίας. Γιατί πιστεύουμε ότι ο ορθόδοξος πολιτισμός δεν ανήκει μόνο στη Ρωσική Εκκλησία, τον Πατριάρχη και τον Πούτιν, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμμαχήσει και να συμπορευθεί με την εξέγερση των πολιτών, με το πνεύμα της διαμαρτυρίας στη Ρωσία.



Κάτια Σαμούτσεβιτς