Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Ιεραποστολή: ο βαθμός μηδέν της πολιτικής αντιμαχίας





Μερικές χιλιάδες χρόνια πριν o W.Reich αποκαλύψει το ψυχαναλυτικό υπόβαθρο του φασισμού ο Πλάτωνας στην Πολιτεία είχε καταθέσει πρώτος τον απόλυτο παραλληλισμό μεταξύ προσωπικοτήτων και πολιτευμάτων .Τα πέντε πολιτεύατε αντιστοιχούν σε αντίστοιχες προσωπικότητες (βασιλεία, τιμοκρατία ,ολιγαρχία, δημοκρατία, τυραννία ) ενώ ο Leo Strauss ανέλυσε την εντυπωσιακή αντιστοιχία με τους πέντε μεταλλουργικούς ανθρώπινους τύπους που κατέθεσε η Ησίοδος ( χρυσός ,ασήμι ,χαλκός ,ήρωες, σίδηρος) (1) .Η επισήμανση του Strauss είναι πως ο μοναδικός μη μεταλλουργικός τύπος ανθρώπου ,ο ιερός τύπος των ηρώων, αντιστοιχεί στην Δημοκρατία, ενώ οι μεταλλουργικοί ανθρώπινοι τύποι σε μη δημοκρατικά πολιτεύματα. Ας μη γελιόμαστε η αντιστοιχία ψυχολογίας της κοινωνίας και πολιτικής συνθήκης είναι απόλυτη. Ο μελετητής των ακραίων ιστορικών παραδειγμάτων G.Agamben ανέδειξε πρόσφατα την επικαιρότητα του Iustitium ,της ρωμαϊκής διπλής κατάστασης δημόσιου χαοτικού πένθους και άρσης της νομιμότητας.(2)
Μέσα στην κρίση έχει πυροδοτηθεί ένα κίνημα όπου τα κοινοβουλευτικά κόμματα διοργανώνουν μηχανισμούς αλληλεγγύης. Οι μηχανισμοί αυτοί γίνονται θεμελιακό συστατικό της δράσης τους και τελικά παράγοντες συγκρότησης της φυσιογνωμίας τους. Δεν είναι μυστικό πως η ακροδεξιά έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ένα αστικό μύθο περί εμπράγματης αλληλεγγύης. Ο πραγματικός μύθος προκάλεσε μια ανησυχία και σήμερα η αριστερά προχωρά με μια τυπική top down απόφαση στην κατασκευή ενός εκτεταμένου δικτύου αλληλεγγύης.
Η έξαρση της κομματικής αλληλεγγύης αποτελεί μια θετική εξέλιξη καθώς υλοποιεί το στοιχειώδες καθήκον μιας ηθικής στάσης για την συγκρότηση της κοινωνίας. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει τις ανεξάντλητες δυνατότητες της αυτενέργειας η οποία μπορεί να υπερβεί σε αποτελεσματικότητα και καινοτομία τις άκαμπτες κρατικές δομές .Σε κάθε ιστορική κρίση οι κοινωνίες κρίθηκαν με τους βαθμούς άδολης συμπαράστασης που ανέπτυξαν.

Το ζήτημα είναι ότι με ένα παράδοξο τρόπο ,ενώ οι δομές αλληλεγγύης δημιουργούν ένα νέο επίπεδο λειτουργίας της κοινωνίας το οποίο τελικά την καταπραΰνει και την εμπλουτίζει ,από μια άλλη πλευρά δημιουργούν νέα υβριδικά ανταγωνιστικά υποκείμενα πολιτικής θεολογίας. Δημιουργείται μια ένταση μεταξύ δομών που παρέχουν αλληλεγγύη η οποία προσιδιάζει στον ανταγωνισμό μεταξύ ιεραποστολών. Η ιεραποστολή έχει την ειλικρίνεια της τελετουργίας: σε βοηθώ όχι για να σε προσηλυτίσω , καθώς η αλληλεγγύη μου είναι θεμελιακά άδολη και πλεονασματική, αλλά για να προσηλυτιστείς από μόνος σου. Ακόμη και στην περίπτωση της ακροδεξιάς η αλληλεγγύη έχει ένα εσωτερικό βαθμό ευρυχωρίας: είναι γενική για όλους τους Έλληνες ανεξαρτήτως κομματικής προτίμησης. Τελικά, λοιπόν, η συνθήκη της κομματικής ιεραποστολής είναι τυπικά διαυγής.

Η πολύπλευρη αλληλεγγύη, λοιπόν, αυξάνει τη σταθερότητα της κοινωνίας αλλά δημιουργεί νέους ιδιόρρυθμους δεσμούς εξάρτησης που επιτείνουν τον κατακερματισμό από μια άλλη οπτική. Τα πιο διαφορετικά υποκείμενα ανεξάρτητα της φύσης και του σκοπού τους , κατασκευάζουν αναπτυγμένους μηχανισμούς αλληλεγγύης που τους εξασφαλίζουν κοινωνική αποδοχή : μαφιόζοι, θρησκευτικές σέκτες,ναρκωσυμμορίες ,ισλαμικά κινήματα ,χριστιανικές αποστολές όλοι δημιουργούν το κοινωνικό τους χώρο. Δημιουργείται ένα νέο πεδίο όπου αναδύεται ο ανταγωνιστικός Homo solidarietatis .Η διαμάχη αναδύεται ως διαμάχη προσηλυτισμού. Δεν υπάρχει αντιμαχία για τα επίδικα της πολιτικής αλλά για τους ποσοτικούς δείκτες μιας φαινόμενης άδολης αλληλεγγύης η οποία λειτουργεί ως βαθμός μηδέν της πολιτικής. Στο επίπεδο αυτό η σχέση πολιτικής αλληλεγγύης αντιστρέφεται: επειδή οποιαδήποτε συλλογική αλληλεγγύη είναι πολιτική δηλαδή θεμελιακά διχοτομική , πολωτική, η αλληλεγγύη διογκώνεται μέσω της αναίρεσης της ουσίας της ως καθολικής , συνεκτικής. : η πολιτική θεολογία στην απόλυτη έκφραση της.

Αν σκεφτούμε με μαθηματικούς όρους η μπαντιουική συνολοθεωρία (3) είναι χρήσιμη.Η κοινωνία έχει διπλές σχέσεις συνόλου προς υποσύνολα και συνόλου προς στοιχεία .Οι κρατικές λειτουργίες καθηλώνουν μονίμως τα άτομα στις σχέσεις συνόλου προς στοιχεία .Αυτές οι σχέσεις έχουν μαθηματική απεικόνιση ως σχέσεις ανήκειν. Αντιθέτως οι κοινωνικοί δεσμοί , οι συλλογικότητες απεικονίζονται ως σχέσεις συνόλου υποσυνόλων , σχέσεις συμπεριλαμβάνεσθαι. Οι κοινωνικοί δεσμοί είναι πολλαπλοί , δαιδαλώδεις , απείρως πολλαπλάσιοι των σχέσεων ατόμων. Η αλληλεγγύη λειτουργεί ακριβώς στο επίπεδο των σχέσεων κράτους ατόμου ( ανήκειν) γιατί τόσο ο πάροχος της αλληλεγγύης καταστατικά δεν μπορεί να συμπλεχθεί με άλλους πάροχους , αλλά γιατί ο δέκτης της αλληλεγγύης είναι θεμελιακά μόνος. Οι μηχανισμοί εθελοντικής αλληλεγγύης λειτουργούν ακριβώς όπως οι κρατικές δομές ανακούφισης: ο δέκτης είναι ένα στοιχείο ενός συνόλου. Τόσο το υποσύνολο των παρόχων αλληλεγγύης είναι αδύνατο γιατί οι ίδιοι είναι καταστατικά πολωμένοι, όσο και οι δέκτες της αλληλεγγύης είναι πραγματικά άτομα. Η αλληλεγγύη έχει μορφολογικά χαρακτηριστικά κρατικής δομής και επομένως καθηλώνει τους δέκτες πχ το σωματείο δεκτών αλληλεγγύης από την εκκλησία είναι αδύνατο να συγκροτηθεί και να διεκδικήσει τα δικαιώματα του.
Ωστόσο ας ξαναγυρίσουμε στην Πλατωνική συσχέτιση πολιτεύματος προσωπικότητας. Μήπως η συγκυρία τελικά εδράζεται στον Homo Solidarietatis , μήπως τον έχει ως προϋπόθεση στοιχειώδους λειτουργίας; Μήπως ο πληθωρισμός ιεραποστολών φτάνει την πολιτική στο όριο της; Η κρίση δημιουργεί ανάγκες αλληλεγγύης , τις οποίες καλύπτουν οι «Homο Solidarietatis» . Στο ίδιο ιστολόγιο γράφαμε πριν μερικά χρόνια : οι τυπικές οργανώσεις συγκροτημένης πολιτικής θεολογίας είναι το μέλλον (4).Η κρίση επιτάχυνε το μέλλον και δεν είναι τυχαία πως και αλλού έγκαιρα επεσήμαναν το φαινόμενο (5).

(1) πηγή εδώ
(2)πηγή εδώ
(3) πηγή εδώ
(4)πηγή εδώ
(5)πηγή εδώ

Στο ίδιο κλίμα: Zombies και υγειής ατομισμός (LLS)

Εικόνα:http://liquidnight.tumblr.com/post/259845034/luis-scafati-illustration-from-his-own-edition-of

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Ένα σχόλιο για τη θέση του θεολογικού λόγου στον δημόσιο χώρο, με αφετηρία την προσέγγιση του Τέρρυ Ήγκλετον

Της Ντένιας Αθανασοπούλου-Κυπρίου

Πηγή: Ενθέματα Αυγή

«Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς μεγάλη ανάγκη από γραφεία γνωριμιών», γράφει αυτοσαρκαστικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη ο Τέρρυ Ήγκλετον, προκειμένου να εκφράσει τη δυσκολία μιας μέσης λύσης μεταξύ μιας φανατικά αντι-θρησκευτικής κοσμικής Αριστεράς και μιας φονταμενταλιστικής θρησκευτικής Δεξιάς. Το εγχείρημα του Βρετανού κριτικού φαίνεται δύσκολο. Στην προσπάθειά του να ισορροπήσει την κριτική του τόσο προς τους θεϊστές όσο και προς τους αθεϊστές φονταμενταλιστές, μπορεί στο τέλος να χάσει φίλους και συναδέλφους.

Για ποιον λόγο άραγε διακινδυνεύει τις φιλίες του, προκειμένου να στοχαστεί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια μετά την έκδοση των πολεμικά αθεϊστικών και ιδιαίτερα ευπώλητων βιβλίων του Ντίτσκινς (όνομα με το οποίο ο Ήγκλετον αναφέρεται σε όλους εκείνους που, κατά τη γνώμη του, έγραψαν αθεϊστικά φονταμενταλιστικά βιβλία, όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς και ο Ρίτσαρντ Ντώκινς); Ο Ήγκλετον δεν αναλαμβάνει μια απολογία της θρησκευτικής πίστης ή μια υπεράσπιση της ιδέας της ύπαρξης ενός Θεού. Αναθρεμμένος ως κοινός Ρωμαιοκαθολικός και προερχόμενος από την εργατική τάξη της Αγγλίας, εγκατέλειψε την πίστη του όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο, αναζητώντας, όπως νόμιζε, κάτι πιο συναφές με την πραγματικότητα και λιγότερο ανόητο από ό,τι είχε διδαχθεί περί Θεού στο σχολείο. Ωστόσο, εξομολογείται ότι η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού (1962-1965), με την κοινωνική διδασκαλία της μαζί με μια νέα εκδοχή του Ευαγγελίου που αναδείκνυε το ανθρώπινο και πολιτικό βάρος του χριστιανισμού, τον έκαναν να αναθεωρήσει τις απόψεις του. Διέκρινε ότι απέρριπτε τον χριστιανισμό, έχοντας στο μυαλό μια ειδωλολατρική αντίληψη του Θεού. Και η κριτική που ασκούν στη θρησκεία οι διάφοροι Ντίτσκινς γίνεται με βάση μια ειδωλολατρική περί Θεού αντίληψη, θεολογικά ξεπερασμένη αλλά και βιβλικά αστήρικτη. Ο συγγραφέας εισέρχεται λοιπόν σε μια συζήτηση για να δείξει πως ο χριστιανισμός, και ακόμα περισσότερο η θεολογική σκέψη, δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι Ντίτσκινς.

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ ότι ο Ήγκλετον αναδεικνύει την πολιτική διάσταση του Ευαγγελίου και της πίστης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις πολιτικές διαστάσεις της αθεΐας των σύγχρονων αθεϊστών φονταμενταλιστών. Κατανοώντας τη θεολογία με όρους απελευθέρωσης, ερμηνεύει με τρόπο ανατρεπτικό και απελευθερωτικό τις βιβλικές αφηγήσεις, τονίζοντας ότι ο ίδιος ο Ιησούς παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των περιττωμάτων της Γης. Με το μαρξιστικό του ένστικτο, ο Ήγκλετον διακρίνει τον λόγο περί δικαιοσύνης και αδελφοσύνης των Ευαγγελίων και αναγνωρίζει τη σημασία του σε έναν χρεωκοπημένο, μεταφορικά και κυριολεκτικά πλέον, κόσμο. Η ηθική την οποία κηρύσσει ο Ιησούς αποτελεί πρόκληση για την αστική ηθική του Ντίτσκινς: «Συγχώρεσε τους εχθρούς σου, χάρισε το μανδύα αλλά και το χιτώνα σου, γύρισε και το άλλο μάγουλο, αγάπα αυτούς που σε προσβάλλουν, κάνε το καλύτερο που μπορείς, μη σκέφτεσαι καθόλου το αύριο».
Τι νόημα έχουν όλα αυτά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον; Τι νόημα έχουν στο πλαίσιο ιμπεριαλιστικών πολιτικών οι προτροπές για πραότητα και ειρήνη που βρίσκουμε στους Μακαρισμούς; Μήπως θα έπρεπε ο Ντίτσκινς να εισηγηθεί την απαγόρευση αυτής της ύπουλης προπαγάνδας υπέρ της ειρήνης και των φτωχών; Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο: άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, φίλος των αποβλήτων, αποστρεφόμενος τα υλικά αποκτήματα, αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου, μάστιγα για όσους επένδυαν στον πλούτο: «Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στο ναό της Ιερουσαλήμ».

Σε όλο το βιβλίο διακρίνουμε την καχυποψία του συγγραφέα απέναντι στις πολιτικές προθέσεις που κρύβονται πίσω από τη λυσσαλέα προσπάθεια των σύγχρονων αθεϊστών να εξοβελίσουν από τη δημόσια σφαίρα τη θρησκεία. Ο Ήγκλετον αναγνωρίζει βέβαια τα κακά που προέρχονται από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, αναρωτιέται όμως γιατί οι αθεϊστές τύπου Ντίτσκινς δεν ασκούν ανάλογη κριτική στις καταστροφικές συνέπειες της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν. Αναρωτιέται, επίσης, γιατί δεν αναγνωρίζουν τη βρομερή ιστορία της αποικιοκρατίας, τη δυστυχία που προκαλεί ο ρατσισμός και ο σεξισμός, η παραγωγή και αναπαραγωγή της φτώχειας και της πείνας. Ο Ντίτσκινς υποστηρίζει το πολιτικό κατεστημένο, αφού η εκστρατεία του δεν συνοδεύεται από μιαν εξίσου απερίφραστη κριτική του παγκόσμιου καπιταλισμού, συστήματος που γεννά μεγάλο μέρος του άγχους και του αισθήματος ταπείνωσης, από τα οποία τρέφεται ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Βασικά, αυτό που ενοχλεί τους αθεϊστές υποστηρικτές του κατεστημένου στην «πίστη» είναι η δέσμευσή της στην ιδέα ότι η Ιστορία έχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί από τους ανθρώπους. Ορισμένοι φαίνεται ότι πολεμούν την πίστη, τη διακρίνουν απόλυτα από τη λογική και την ταυτίζουν με τις ανορθολογικές πεποιθήσεις. Ακόμα και έτσι, όμως, δεν θα έπρεπε να ελέγχουν και το περιεχόμενο των πεποιθήσεων, να δουν κατά πόσο είναι επιβλαβές; Πόσο επιβλαβής είναι η πίστη στο ευαγγέλιο της αγάπης;

Ο Ήγκλετον προτείνει να μη λαμβάνουμε την πίστη ως μέγεθος εκ διαμέτρου αντίθετο με τη λογική, αλλά να προσβλέπουμε σε μια έλλογη πίστη και μια λογική θεμελιωμένη σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της. Για τον Ήγκλετον, με μια έλλογη πίστη, με μια αγαπητική δέσμευση σε ένα ευαγγέλιο δικαιοσύνης, ειρήνης και αδελφοσύνης, η ανθρωπότητα θα θεωρούσε τον εαυτό της διαχειριστή, και όχι κυρίαρχο, της φύσης: «Ο πόλεμος θα υποκλινόταν μπροστά στη ειρήνη. Η συγχώρεση θα σήμαινε, μεταξύ άλλων πραγμάτων, το χάρισμα των αβάσταχτων χρεών που καθηλώνουν τα φτωχά έθνη».

Στο βιβλίο διακρίνουμε τις απελευθερωτικές δυνατότητες της θεολογικής σκέψης, του θεολογικού λόγου και των βιβλικών αφηγήσεων. Για την αριστερή συνείδηση του ΄Ηγκλετον, η μελέτη της Βίβλου δεν είναι χαμένος χρόνος. Η θεολογία επαναφέρει πολιτικές αξίες στο προσκήνιο, θέτοντας ζητήματα για το πεπρωμένο της ίδιας της ανθρωπότητας, σε σχέση όχι με τον εαυτό της (και άρα με το είδωλό της), αλλά με αυτό που η θεολογία θεωρεί την υπερβατική (την όντως διαφορετική) πηγή της ανθρώπινης ζωής. Αντίθετα, η εμμονή ορισμένων στην παραμονή του θεολογικού λόγου στην ιδιωτική σφαίρα καλλιεργεί την υποταγή στους νόμους της αγοράς, ενισχύει το καπιταλιστικό σύστημα, περιθωριοποιεί τις πολιτικές αξίες, μειώνει εν τέλει την ανθρώπινη ευθύνη, μας αποδεσμεύει από την προσπάθεια να επιφέρουμε κάποια μεταβολή στην τρομακτική θέση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα.
Η ουσιαστική διαφορά του θεολογικού λόγου είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο. Η θεολογία δέχεται τον κόσμο και τη ζωή ως δώρο, μια δημιουργία από το τίποτα, μια μαρτυρία της ελευθερίας του Θεού· αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι αίτιος του εαυτού του, και έτσι έχει επίγνωση της ευθραυστότητας και της θνητότητάς του. Στο πλαίσιο του θεολογικού λόγου, αναγνωρίζεται η θνητότητα όχι για να μετατραπεί ο θάνατος σε φετίχ αλλά για να μπορούμε ως άνθρωποι να βιώσουμε το πλήρωμα της ζωής μας.
Ο Ήγκλετον εισηγείται έναν τραγικό ανθρωπισμό, διακριτό από το φιλελεύθερο ανθρωπισμό του Ντίτσκινς. Ο τραγικός ανθρωπισμός συμμερίζεται το όραμα του φιλελεύθερου ανθρωπισμού για την ελεύθερη και ευτυχή ανάπτυξη της ανθρωπότητας· ωστόσο –είτε στη σοσιαλιστική είτε στη χριστιανική είτε στην ψυχαναλυτική παραλλαγή του– υποστηρίζει ότι μόνο μέσα από μια διαδικασία αυτοαλλοτρίωσης, με την έννοια της αποφασιστικής αντιμετώπισης του χειρότερου εαυτού μας, και μιας εν συνεχεία ριζικής αναδημιουργίας, μπορεί η ανθρωπότητα να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση. Δεν υπάρχουν, για τον Ήγκλετον, εγγυήσεις ότι θα γεννηθεί ένα τέτοιο μεταμορφωμένο μέλλον· θα μπορούσε όμως να έρθει λίγο νωρίτερα, αν δεν εξακολουθούσαμε να βάζουμε εμπόδια με τον δογματισμό, τον εγωισμό και τις όποιες φοβίες μας.
Η Ντένια Αθανασοπούλου-Κυπρίου είναι δρ φιλοσοφίας της θρησκείας, διδάσκουσα στο Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το βιβλίο του Terry Eagleton, «Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη», μετ. Πέτρος Γεωργίου (Πατάκης 2011). Μια εκτενέστερη εκδοχή θα δημοσιευθεί στο προσεχές τεύχος (123) του περ. «Σύναξη».

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

A.Negri: Η σχέση χειραφέτησης και εσχατολογικής σωτηρίας

Στο Red Note Book δημοσιεύθηκε συνέντευξη του A.Negri. Σε μια ενδιαφέρουσα παράγραφο ο ΑΝ διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά πολιτικής θεολογίας.Οπως είναι γνωστό ο Negri έχει δημοσιεύσει ένα σχεδόν εκκεντρικό έργο για τη σχέση του Βιβλικού Μύθου του Ιωβ με την εργασιακή θεωρία της αξίας (ΕΔΩ), ενώ υπάρχουν πλήθος αναφορές του σε παρόμοια θεματολογία

Η συνέντευξη ακολουθεί:

Ο εκβιασμός των αγορών
Συνέντευξη με τον Τόνι Νέγκρι

Στο Commonwealth, το τρίτο βιβλίο μιας σειράς που άρχισε με την Αυτοκρατορία, ο Μάικλ Χαρτ και ο Τόνι Νέγκρι αναλύουν πώς η εξουσία του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου επανακαθορίζει τις έννοιες της κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Μια πρόγευση του βιβλίου δίνει ο Νέγκρι στη συνέντευξη στον Πάμπλο Ε. Τσακόν και το περιοδικό Ñ, που αναδημοσιεύουμε σήμερα στο Red Notebook.

***

Ο Τόνι Νέγκρι με τον αμερικανό συνάδερφό του Μάικλ Χαρτ εξέδωσαν ήδη τον τελευταίο τόμο της τριλογίας, που άρχισε με την Αυτοκρατορία και συνεχίστηκε με το Πλήθος. Πρόκειται για το Commonwealth. Το πλάνο μιας επανάστασης των κοινών, που εκδόθηκε πρόσφατα στην Ισπανία. Σε αυτή την αποκλειστική συνέντευξη στο Ñ, ο Ιταλός στοχαστής αναφέρεται στις συνθήκες της γνωστικής παραγωγής, στη χειραφέτηση σ’ έναν κόσμο που έχει απαχθεί από το κεφάλαιο και στις κυρίαρχες μορφές του ανθρώπου στο σύγχρονο σύμπαν.

Στην Αργεντινή, κατά την τελευταία σας επίσκεψη, αναφερθήκατε στη χειραφέτηση. Τι σημαίνει αυτή η λέξη στα διεθνή συμφραζόμενα;

Καταρχάς, δόθηκε ένας πρώτος ορισμός της χειραφέτησης, που συνδέεται με μια αντίληψη ατομικιστική και οικουμενική. Οι απαρχές του ορισμού έχουν τις ρίζες τους στους Ιλλουμινιστές, μόνο που πολλές φορές η εξέλιξη αυτού του ιλλουμινισμού συναντιόταν με μια εσχατολογία που είναι χαρακτηριστική της καθολικότητάς του.

Πώς εξηγείται αυτό;

Είναι που η χειραφέτηση εμπλέκεται και με μια βασική θρησκευτική έννοια, την έννοια της σωτηρίας. Ο δεσμός ανάμεσα στη χειραφέτηση και τη σωτηρία είναι στενός. Τότε λοιπόν, παρόλο που τη βρίσκουμε στις σύγχρονες φιλοσοφίες σα νοσταλγία, η έννοια έχει να κάνει με μια σχέση κοινωνική, σε μεγάλο βαθμό εξαντλημένη. Προτιμώ να μη χρησιμοποιήσω τον όρο «ξεπερασμένη», γιατί ποτέ δεν ξέρεις όταν κάτι ξεπερνιέται προς τα πού πάει. Λέω λοιπόν εξαντλημένη. Η χειραφέτηση είναι μια ιδέα που συνδέεται με την επικράτηση ατομικών μορφών παραγωγής, σ’ έναν ορίζοντα καπιταλιστικής οργάνωσης, όταν ακόμη δεν είχαν εμπλακεί όλοι οι κοινωνικές ομάδες. Έτσι, η πρώτη ιδέα χειραφέτησης είναι ατομικιστική και οικουμενική, και, αφηρημένα, συνδέεται με την εξέλιξη της ιστορικής παραγωγής και εμφανίζεται σαν ουτοπία, με σημεία εσχατολογικά.
Τώρα είναι διαφορετικό.

Ναι, η εξέλιξη του καπιταλισμού εμπλέκει την κοινωνία ολόκληρη, σ’ όλα τα επίπεδα. Η υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο δεν είναι τυπική, είναι ουσιαστική. Δηλαδή, όλες οι αξίες που παράγει η κοινωνία μεταφράζονται σε αξίες συναλλαγής. Εισάγονται υπό την κατηγορία του νομίσματος. Λειτουργούν μέσα από χρηματιστικές διόδους. Κι αυτές οι δίοδοι προκαλούν μια σειρά μετασχηματισμούς, που συμπεριλαμβάνουν την τεχνική και πολιτική σύνθεση του συνόλου των υποκειμένων. Πρόκειται για μια ριζική μεταβολή, που σχετίζεται με την εργασία και την πολιτική. Και με τον τρόπο ζωής, τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα καθοδηγούν τη ζωή τους. Η διαμόρφωση της εργασίας άλλαξε, γιατί η γνωστική εργασία μετατράπηκε σε ηγεμονική μέσα στο σύστημα παραγωγής. Η πολιτική διαμόρφωση αλλάζει, γιατί δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μάζες, αλλά με ένα πλήθος μοναδικότητες που συνδέονται συνεκτικά με την παραγωγική και αναπαραγωγική πίεση της κοινωνικής ζωής.

Είναι, όμως, μια μεταβατική εποχή;

Ναι, αλλά η αναβίωση της συνεργασίας, που τεχνικά ισχύει σήμερα, θα μπορούσε να ισχύει επίσης και πολιτικά. Ζούμε μια μεταβατική κατάσταση, στην οποία αυτή η κοινή διαδικασία εξέλιξης, όσον αφορά το πρόβλημα της παραγωγικής πραγματικότητας, δεν αρθρώνεται ακόμη με μια κοινή διαδικασία εξέλιξης όσον αφορά την πολιτική πραγματικότητα, τη ζωή σε αυτό που νοείται ως «πόλις». Σ΄ ένα εργασιακό σύμπαν του οποίου οι συνδέσεις δεν είναι τοπικές, αλλά εκτείνονται σε όλη την κοινωνία, αντιστοιχεί ένας κάπως διευρυμένος χώρος στην παραγωγή, η χρηματιστικοποίηση, βάσει της οποίας υπολογίζεται και μετριέται η γνωστική εργασία. Δεν υπάρχει άλλου είδους μέτρο για τη γνωστική εργασία, που να μην περνάει μέσα από χρηματιστικά εργαλεία. Οι παλιές κατηγορίες βάσει των οποίων μετριόταν η εργασία (χωρικές δομές, όπως το εργοστάσιο, ή χρονικές δομές, όπως η εργάσιμη μέρα), τροποποιούνται. Συμβατικά γίνεται λόγος για «χρηματοοικονομικά του χρόνου».

Γι’ αυτή την αλλαγή μιλάτε στο τελευταίο βιβλίο σας;

Ναι, μεταξύ άλλων. Μπορεί να πει κανείς ότι λαμβάνοντας υπόψη ό,τι έχει καθοριστεί και λειτουργεί στο νέο κόσμο της εργασίας, είναι δυνατόν να εκτυλιχθεί μια πρώτη υπόθεση για τη χειραφέτηση. Γιατί ως τέτοια, έχει κι αυτή υπαχθεί στο κεφάλαιο. Το πρόβλημα της χειραφέτησης δεν εμφανίζεται σαν ένα πρόβλημα «ιδεατό», παρά σαν πρόβλημα πρακτικό που αφορά το πέρασμα από τα ισχύοντα σήμερα κοινά, στα κοινά της τεχνολογικής μορφής, στα εικονικά κοινά των πολιτικών μορφών.

Θα μπορούσατε να επεκταθείτε σε αυτό το σημείο;

Σήμερα, οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν εξελιχθεί περισσότερο από τις παραγωγικές σχέσεις. Αυτό επαληθεύεται καθημερινά. Είναι πρόβλημα εκπαίδευσης και κόστους.

Η κρίση εμφανίζεται σαν μια ανικανότητα των παραγωγικών σχέσεων (κρατικών, χρηματιστηριακών, παγκόσμιων) να συγκρατήσουν τη νέα συλλογική παραγωγικότητα. Ο κόσμος των αναγκών, των επιθυμιών των εργαζομένων, αποτελεί τη γνωστική διάσταση. Και τα χρηματοοικονομικά, οι μορφές τους, ο παλαιός συνασπισμός στήριξής τους, επιμένουν στη δυνατότητα μετατροπής του κέρδους σε εισόδημα. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που παράγεται η κρίση, από την καθυστέρηση της ικανότητας του κεφαλαίου να οργανώσει τον παραγόμενο πλούτο.

Ακόμη δεν έχει γίνει σαφές …

Κοιτάξτε, αν γίνεται αποδεκτή η ύπαρξη μιας ανισορροπίας μεταξύ παραγωγής και πολιτικών μορφών (η καθυστέρηση των πολιτικών μορφών και η υπαγωγή τους σε οικονομικές μορφές), μπορεί να αποδοθεί μια έννοια βιοπολιτική σ’ αυτό που έλεγα, λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, τη συμβολή του Μισέλ Φουκώ στις πολιτικές επιστήμες. Η έννοια της βιοεξουσίας ως νέας αναπαράστασης της εθνικής κυριαρχίας τοποθετείται δίπλα στα βιοπολιτικά συμφραζόμενα, που οφείλουμε να τα θεωρήσουμε σε ισχύ. Η πολιτική ζωή αντιμέτωπη με τη βιοεξουσία είναι η δύναμη που θα μπορούσε να αναπτυχθεί απέναντι σ’ αυτή την ανισορροπία.

Με άλλα λόγια…


Με άλλα λόγια, η περιγραφή αυτή δείχνει στο σύνολό της τη δύναμη του κοινωνικού ιστού και την ασυμμετρία που εμφανίζει απέναντι στην κεφαλαιοκρατική βιοεξουσία. Όταν μιλάμε για χειραφέτηση, είναι σωστό να εχουμε στο νου μας αυτή την ασυμμετρία. Η χειραφέτηση προτάθηκε σαν ένα πρόβλημα που όφειλε να επιλυθεί νομικά, μέσα από το σύνταγμα, αλλά στη φάση που διανύουμε, καλό είναι να ξεκαθαριστεί ότι «το ένα χωρίζεται στα δύο», σύμφωνα με το παλιό μαοϊκό σλόγκαν. Δεν το λέω με όρους αναπόλησης, αλλά όντως το ένα χωρίστηκε στα δυο, γιατί η έννοια της εξουσίας και η έννοια του κεφαλαίου ήταν πάντα δύο. Το κεφάλαιο δεν θα υπήρχε σαν τάξη, σαν στρατηγείο, αν δεν δεν ήταν ενεργή η δύναμη της εργασίας, αν η εργασία δεν εμφανιζόταν σαν ζωντανή εργασία. Όταν λέω ότι «το ένα χωρίζεται στα δύο», δεν εννοώ ότι η ρήξη αυτής της σχέσης γίνεται με απόλυτο τρόπο. Όμως, για να υπάρξει αυτή η σχέση, η υπακοή η οφειλόμενη στο Κράτος ή η οφειλόμενη στο κεφάλαιο αναλογία της ζωντανής εργασίας βρίσκονται σήμερα σε σφοδρή ανισορροπία.

Πώς μετριέται αυτή η σχέση;

Νομικά. Γιατί το Δίκαιο μετατρέπεται επίσης σε μέτρο, σε ένα μηχανισμό που διαμορφώνει τη σχέση ανάμεσα στο Κράτος και τους πολίτες, ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη ζωντανή εργασία. Αυτό που γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο είναι ότι η πολιτική, αντίθετα με ό,τι συνέβη σε άλλες εποχές, μετά τη μεγάλη κρίση του ’30 για παράδειγμα, σήμερα δεν καταφέρνει να επεξεργαστεί μια συντακτική πρόταση, που να μπορεί να σταθεί στο επίπεδο της ιστορίας των συνταγματικών κινημάτων. Ο ίδιος ο ορισμός του συντάγματος ήταν πάντα μια ιστορία μεσολαβήσεων που χτίζονταν γύρω από εμπορικές σχέσεις συναλλαγής. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση των παλιών φιλελεύθερων συνταγμάτων, αλλά και ύστερα, γύρω από τη διαλεκτική κεφάλαιο-εργασία, στην περίπτωση των δημοκρατικών συνταγμάτων.

Και σήμερα;

Σήμερα, αν αυτή η μεταβολή για την οποία μιλάμε συνέβη –ή συμβαίνει τώρα–, πραγματικά γίνεται δύσκολο να φανταστεί κανείς ποια μεσολάβηση μπορεί να στηθεί γύρω απ’ τις διαδικασίες χρηματιστικοποίησης, που ζουν στην καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού. Κι είναι δύσκολο να επανακαθορίσει κανείς κατηγορίες όπως δημοκρατία, εθνική κυριαρχία, αντιπροσώπευση, μισθός, ιδεολογία. Πώς μπορεί να νοηματοδοτηθούν ξανά αυτές οι σχέσεις, πέρα από τη γνώση ότι οι παγκοσμιοποιημένες χρηματιστικές αγορές κατέχουν εξέχουσα θέση στην αυτόνομη παραγωγή, την πολιτικότητα και τη νομιμότητα; Η τάξη που επιβάλλεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο τείνει να παρακάμπτει τις θεσμικές μεσολαβήσεις των σύγχρονων δημοκρατιών και βασίζεται στον εκβιασμό, για το λόγο και μόνο ότι οι εγγυήσεις, σε τελευταία ανάλυση, της απόλαυσης των ουσιωδών δικαιωμάτων, για στέγη, υγεία, αναπαραγωγή της ζωής, αλλά και αυτοί ακόμη οι μισθοί, εξαρτώνται, με τρόπο μη αναστρέψιμο, απ’ τις δυναμικές και τις συνεχείς αναταράξεις της αγοράς.

Τότε, γιατί να θέσει κανείς τη χειραφέτηση, εφόσον αυτή ορίζεται σαν ένα σχέδιο συντακτικής διαδικασίας;

Ζούμε σήμερα καταστάσεις στις οποίες το ζήτημα της συντακτικής διαδικασίας τίθεται με πολύ συγκεκριμένους όρους. Στη Λατινική Αμερική, κυρίως τη δεκαετία του ’90, αλλά και τώρα, σήμερα, στη σχέση μεταξύ Κράτους και κινημάτων φανερώθηκε η διαμόρφωση μιας δυναμικής συντακτικής διαδικασίας. Αλλά όλα συμβαίνουν σε μια κατάσταση στην οποία δεν γίνεται κατανοητό ποιο είναι το συμπέρασμα. Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε τα κινήματα σαν μια άλλη εξουσία αντιμέτωπη με το Κράτος. Η διαδικασία Κράτος-κίνημα διαχέεται σε μια σχέση στην οποία δε γίνεται αντιληπτό ποιος είναι αυτός που δρα. Και υπάρχει ο κίνδυνος το Κράτος να παριστάνει ότι τα κινήματα μεταβάλλονται, όταν ακριβώς είναι το ίδιο το Κράτος που δημιουργεί αυτά τα κινήματα, σαν εικόνα της αδυναμίας του και της ανικανότητάς του για σύνθεση.

Τι σημαίνει λοιπόν χειραφέτηση ως δυνατότητα συντακτική; Πώς μπορεί να οριστεί η χειραφέτηση, από την κρίση και μετά;


Ας θέσουμε επί τάπητος μια άλλη υπόθεση. Μπορούμε να μιλήσουμε για τη χειραφέτηση σαν πρόταση συντακτικής διαδικασίας σ’ ένα νέο χωρικό έδαφος. Και μια δεύτερη, στην οποία μετράει η χρονικότητα, η ροπή προς το υλικό αντικείμενο. Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει στο παιχνίδι η ιστορική μεταβατική περίοδος που έχουμε ζήσει από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, της ανολοκλήρωτης μεταπολίτευσης (της μετάβασης από το φασισμό στη δημοκρατία στην Ιταλία και την Ισπανία, λόγου χάρη). Αντί για μια μεταβατική περίοδο, επικάθισε πάνω σε όλα το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, αλλά επίσης μπορώ να πω και κάτι άλλο. Αυτόν τον καιρό γίνεται πολλή κουβέντα πώς μετά από τριάντα ή σαράντα χρόνια υπάρχουν κινήματα που εκφράζουν την ανάγκη για μια μεταπολίτευση, όπου το πάθος για τη δημοκρατία -- ένα πάθος για τα κοινά που καταστρέφει μια σειρά φορμαλισμούς που μπλόκαραν τη συντακτική διαδικασία της χειραφέτησης. Είναι η περίπτωση των «αγανακτισμένων» στην Ισπανία, τη Γουόλ Στριτ, την Αγγλία, τη Γερμανία και, με τρόπο πιο άτολμο, στο φοιτητικό κίνημα της Χιλής. Η αργεντίνικη ζωντάνια συνοψίζεται στο γεγονός ότι η μεταπολίτευση δεν κρύφτηκε, αλλά πρωταγωνίστησε σε αυτή τη μετάβαση.

Έχετε να προσθέσετε κάτι;

Είναι λογικό να ρωτήσει κανείς ποιες είναι οι μορφές της υποκειμενικότητας, γύρω από τις οποίες στρέφεται η εμπειρία της ζωής. Η πρώτη είναι η μορφή του υπερχρεωμένου. Ο προαναφερθείς παραγωγικός μετασχηματισμός πατά πάνω στο κίνημα που οδηγεί από την μισθωτή εργασία στην επισφαλή. Αλλά, αν θέλετε, είναι εδώ που αναδύεται η βάση μιας δυνατής χειραφέτησης, δηλαδή οι νέοι όροι της βιοεξουσίας και οι νέοι όροι της βιοπολιτικής. Η επισφαλής εργασία (που είναι μια εργασία γνωστική, δικτυακή, συνεργατική) εμφανίζεται σαν πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Η μορφή του επισφαλούς εργαζομένου χάνει την αυτονομία της υπό το κεφάλαιο, μετατρέπεται σε χρεώστη.

Δεν είναι, όμως, η μόνη μορφή…

Η άλλη είναι του διαμεσολαβημένου ανθρώπου. Βρίσκεται μέσα στον κλοιό των μέσων επικοινωνίας, κι επιπλέον, στον κλοιό της ικανότητας να χτίζεις συνεργασία μέσα στα μέσα. Αλλά επίσης είναι αιχμαλωτισμένος. Δεν πρόκειται πια τόσο για τη συνείδηση του αποξενωμένου ατόμου, παρά εκείνου που κυριεύτηκε απ’ το παιχνίδι της εξουσίας. Είναι ολοφάνερο, η κοινωνία είναι υπερβολικά σύνθετη, οι κίνδυνοι έρχονται απ’ όλες τις μπάντες, αλλά ο κίνδυνος παύει να είναι κίνδυνος όταν μετατρέπεται σε φόβο. Εξού και η ικανότητα ανταπόκρισης στον κίνδυνο, στις δυσκολίες της ζωής, με το να ερχόμαστε σε επικοινωνία, να αντιστεκόμαστε. Σκεφτείτε την επέκταση των συστημάτων εγκλεισμού, το τι σημαίνουν οι διαδικασίες αποκλεισμού, προκειμένου να εισαγάγουν το φόβο. Η κατασκευή της έννοιας του φόβου προέρχεται από μια βούληση για κυριαρχία, όχι για συνεργασία. Το πιο επικίνδυνο σχήμα είναι του ανθρώπου που αντιπροσωπεύεται. Γιατί συγκρούεται με το ζήτημα της χειραφέτησης. Τα ισχύοντα δημοκρατικά συντάγματα και η ιδέα της αντιπροσώπευσης που κατασκεύασαν, είναι ο χειρότερος εχθρός. Ο αντιπροσωπευόμενος άνθρωπος είναι η συμπερίληξη του υπερχρεωμένου ανθρώπου, του διαμεσολαβημένου και διασφαλισμένου. Στην αντιπροσώπευση, καμιά από τις δημοκρατικές αξίες (η χειραφέτηση, η συντακτική διαδικασία, η ελευθερία) δεν είναι διασφαλισμένη.

Και τότε;

Είναι δύσκολο. Για τον υπερχρεωμένο άνθρωπο υπάρχει μια πρώτη αντίδραση: «Δεν πληρώνω το χρέος». Είναι η θεμελιακή στιγμή για να αρχίσει να χειραφετείται πολιτικά. Είναι η άρνηση να με πετάξουν έξω απ’ το σπίτι μου, γιατί δεν τελείωσα την πληρωμή του δανείου. Πάει να πει «θέλω να επανοικειοποιηθώ αυτόν τον κοινό πλούτο που οικοδομήθηκε πάνω σε μια βάση κοινή». Και πρόκειται για το πέρασμα, μετά απ’ αυτή την άρνηση, σ’ αυτό που αποτελεί μια μορφή άρνησης από το πλήθος, στα πλαίσια μιας θετικής διατύπωσης: το χρέος που έχουμε «εμείς» μετατρέπεται σε συστατική πράξη μιας κοινωνίας λίγο καλύτερης. Με λίγα λόγια, τα τωρινά προβλήματα της χειραφέτησης, πρέπει να ειδωθούν από την άποψη του πώς να αντιπροσωπευόμαστε. Είναι καλή στιγμή για να προτείνουμε εναλλακτικές λύσεις, γιατί τώρα μας ακούνε.